Οι ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων μέσω IRIS έχουν πλέον καθιερωθεί ως ένας από τους πιο διαδεδομένους τρόπους πληρωμών στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το 2025 πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 126 εκατομμύρια συναλλαγές, συνολικής αξίας 11 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη απήχηση της υπηρεσίας. Η άμεση μεταφορά χρημάτων, ωστόσο, φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν τη φορολογική τους αντιμετώπιση, καθώς δεν είναι λίγοι όσοι αναρωτιούνται πότε μια συναλλαγή μπορεί να θεωρηθεί εισόδημα και πότε αποτελεί απλώς μια οικονομική διευθέτηση μεταξύ ιδιωτών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταφορές χρημάτων μεταξύ φίλων και συγγενών, η οικονομική ενίσχυση παιδιών που σπουδάζουν μακριά από το σπίτι, αλλά και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ποσά που διακινούνται απαιτούν περαιτέρω φορολογικό έλεγχο. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η πραγματική αιτία της συναλλαγής, η σωστή αναγραφή της αιτιολογίας και η δυνατότητα τεκμηρίωσης της προέλευσης των χρημάτων.
Η χρήση του IRIS δεν συνεπάγεται αυτομάτως φορολογική επιβάρυνση για τον αποστολέα ή τον παραλήπτη. Το γεγονός ότι ένα χρηματικό ποσό μεταφέρεται ηλεκτρονικά από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε άλλον δεν αρκεί από μόνο του για να χαρακτηριστεί ως φορολογητέο εισόδημα. Αυτό που εξετάζεται είναι ο σκοπός της συναλλαγής και η φύση των χρημάτων που αλλάζουν χέρια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση δύο φίλων που γευματίζουν μαζί και ο ένας αναλαμβάνει να πληρώσει τον συνολικό λογαριασμό των 70 ευρώ. Εάν ο δεύτερος τού στείλει στη συνέχεια τα 35 ευρώ που του αναλογούν, η μεταφορά αφορά την κάλυψη κοινών εξόδων και όχι την απόκτηση εισοδήματος από τον παραλήπτη.
Σε ανάλογες περιπτώσεις, η αιτιολογία της συναλλαγής μπορεί να αποσαφηνίζει τον λόγο της πληρωμής. Διατυπώσεις όπως «συμμετοχή σε κοινά έξοδα», «επιστροφή χρημάτων για γεύμα» ή «διαμοιρασμός λογαριασμού» αποτυπώνουν τον πραγματικό χαρακτήρα της μεταφοράς, εφόσον ανταποκρίνονται στα πραγματικά περιστατικά.
Η σαφής περιγραφή της συναλλαγής, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί να διευκολύνει την αιτιολόγησή της σε περίπτωση που ζητηθούν διευκρινίσεις.
Συχνό φαινόμενο αποτελούν οι μεταφορές χρημάτων από γονείς προς τα παιδιά τους, ιδιαίτερα όταν εκείνα σπουδάζουν σε διαφορετική πόλη ή έχουν αυξημένες καθημερινές ανάγκες. Τα ποσά αυτά μπορεί να καλύπτουν το ενοίκιο, τη διατροφή, τους λογαριασμούς, τις μετακινήσεις και γενικότερα τα έξοδα διαβίωσης.
Για παράδειγμα, ένας γονέας μπορεί να καταθέτει κάθε μήνα 300, 500 ή ακόμη και 800 ευρώ στον λογαριασμό του παιδιού του, προκειμένου να το υποστηρίζει οικονομικά κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Η τακτική επανάληψη των μεταφορών δεν σημαίνει από μόνη της ότι τα χρήματα αποτελούν εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα.
Ωστόσο, χρειάζεται να διακρίνεται η κάλυψη των καθημερινών αναγκών από τις περιπτώσεις χρηματικών δωρεών ή γονικών παροχών, για τις οποίες προβλέπονται συγκεκριμένοι φορολογικοί κανόνες.
Σύμφωνα με την ΕΡΤ, για χρηματικές δωρεές και γονικές παροχές προς πρόσωπα της Α΄ κατηγορίας συγγένειας, στην οποία περιλαμβάνονται τα παιδιά, ισχύει αφορολόγητο όριο έως 800.000 ευρώ, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και με την τήρηση της απαιτούμενης διαδικασίας. Επομένως, η φορολογική αντιμετώπιση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το ύψος του ποσού ή από την περιγραφή «χαρτζιλίκι», αλλά και από την πραγματική φύση της παροχής και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου