Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Βούλα Παπαϊωάννου: Η φωτογράφος που κατέγραψε τη φρίκη της κατοχής



Βούλα Παπαϊωάννου ως φωτογράφος δραστηριοποιήθηκε περίπου για μία τριακονταετία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60. 



Στα πρώτα της βήματα δοκίμασε τις ικανότητές της φωτογραφίζοντας αγάλματα, αρχαιότητες και τοπία. Μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη γερμανική Κατοχή συνέλαβε με τον φακό της στιγμιότυπα από τη ζωή του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, ενώ τον τραγικό χειμώνα του ’41-’42 απαθανάτισε παιδιά και ενηλίκους που η ασιτία είχε οδηγήσει στα πρόθυρα του θανάτου.

Οι φωτογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό μέσω του Διεθνούς και Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού και συνέβαλαν στην άμεση αποστολή τροφίμων. Μετά την αποχώρηση των κατακτητών, ως φωτογράφος ξένων αποστολών κατέγραψε την τραυματισμένη ελληνική ύπαιθρο, τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της και την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας στον απόηχο του Εμφυλίου.

Κατά τη δεκαετία του 1950 συμμετείχε με την προσωπική της ματιά στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής εικόνας της Ελλάδας, όπως προβλήθηκε μέσα από τουριστικά έντυπα και φωτογραφικά βιβλία. Μάλιστα, δύο σημαντικές εκδόσεις, La Grèce à ciel ouvert και Illes Grecques, από τον ελβετικό οίκο Clairefontaine/Guilde du Livre διέδωσαν τις φωτογραφίες της πέρα από τα σύνορα της χώρας.



 Η Βούλα Παπαϊωάννου γεννήθηκε στη Λαμία στις 18 Σεπτεμβρίου 1898 και ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά του αξιωματικού του Στρατού Θεοχάρη Παπαϊωάννου και της Αφροδίτης Παπακώστα. Ο παππούς της Ιωάννης Θεοχαρόπουλος (στη συνέχεια Παπαγιάννης και τελικά Παπαϊωάννου) υπήρξε παπάς και δάσκαλος στο Λιδωρίκι, όπου είχε αναπτύξει μεγάλη πνευματική δραστηριότητα, ενώ ο παππούς της μητέρας της, ο Παπακώστας Τζαμάλας (1790-1862), πολέμησε με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς και στην πολιορκία της Ακροπόλεως του 1827.

Όταν ο Θεοχάρης Παπαϊωάννου μετατέθηκε στην Αθήνα το 1908 όλη η οικογένειά του τον ακολούθησε στην πρωτεύουσα. Προσωρινά έμειναν στην Πλάκα, μετά πήγαν στο Κολωνάκι και στη συνέχεια στο Μαρούσι. Η Βούλα Παπαϊωάννου τέλειωσε τη σχολή Saint-Joseph, όπου σε ηλικία 18 ετών απέκτησε επάρκεια διδασκαλίας στη γαλλική γλώσσα. Μιλούσε άριστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, πράγμα που διευκόλυνε τη μελλοντική της συνεργασία με ξένους οργανισμούς στην Ελλάδα και με εκδότες του εξωτερικού.



Είχε ιδιαίτερη αγάπη στη φιλολογία, την αρχαιολογία, στη μουσική και στις τέχνες γενικότερα και λάτρευε τα ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Λόγω της αγάπης της για τις τέχνες γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών το 1917 για να σπουδάσει ζωγραφική, την οποία εγκατέλειψε το επόμενο χρόνο λόγω της αρρώστιας και του θανάτου της αδερφής της Φούλας.

Με τη ζωγραφική, ωστόσο, ασχολήθηκε πολλά χρόνια, μέχρι να ξεκινήσει να φωτογραφίζει, οπότε την κέρδισε η φωτογραφία ολοκληρωτικά. Το 1926 παντρεύτηκε τον λόγιο Ιωάννη Ζερβό, στοχαστή, λογοτέχνη, ποιητή, μεταφραστή και τεχνοκριτικό, με τον οποίο έμειναν παντρεμένοι έντεκα χρόνια.

Όσο ήταν σύζυγος του Ζερβού είχε την ευκαιρία να κάνει πολλά ταξίδια και να γνωρίσει σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους, όπως ο Ιταλός τεχνοκριτικός Adolfo Venturi, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.


Η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940, ανατρεπτική για τη ζωή όλων των Ελλήνων, βρήκε τη Βούλα Παπαϊωάννου στην ώριμη ηλικία των 42 ετών, γνωστή ήδη στους επίσημους φορείς, καθώς είχε διανύσει περίπου τέσσερα χρόνια συστηματικής ενασχόλησης με τη φωτογραφία αρχαιοτήτων και τοπίου.

Με συνείδηση της ιστορικής σημασίας των γεγονότων και της δύναμης του φακού, ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αγωνιζόμενη Ελλάδα ως πολεμική ανταποκρίτρια, χωρίς αυτό να γίνει αποδεκτό, λόγω του φύλου της. Έτσι, το αλβανικό έπος καταγράφηκε από τους άντρες συναδέλφους της, και από τη Μαρία Χρουσάκη, η οποία βρέθηκε στο μέτωπο ως αδελφή νοσοκόμα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (ΕΕΣ).

Παραμένοντας στην Αθήνα, αποφάσισε να απαθανατίσει τις αλλαγές στη φυσιογνωμία της πόλης και στη ζωή των κατοίκων της. Κυκλοφορώντας διακριτικά στους δρόμους, απομόνωνε με τον φακό της σημεία και στιγμιότυπα, δηλωτικά της ανάγκης του άμαχου πληθυσμού να αντιμετωπίσει την έκτακτη κατάσταση αλλά και του φρονήματος των συμπολιτών της που με σκωπτική διάθεση αντιμετώπιζαν όσα συνέβαιναν.

Ανάμεσα στα θέματα που επέλεξε περιλαμβάνονται οι διαφημιστικές αφίσες των θεατρικών επιθεωρήσεων με ήρωα συνήθως τον Μουσσολίνι και οι πολεμικές που είχαν φιλοτεχνηθεί από μαθητές του Γιάννη Κεφαλληνού, τον οποίο γνώριζε προσωπικά και εκτιμούσε βαθύτατα.

Πέρα από τις φωτογραφίες του δρόμου, κάλυψε συγκεκριμένα γεγονότα με σειρά από εικόνες: τη στρατολόγηση των ανδρών στο 34ο σύνταγμα στο Γουδί, την υποδοχή των πρώτων τραυματιών και την ετοιμασία ρουχισμού από τις γυναίκες για τους στρατευμένους. Το επιμελημένο λεύκωμα με τίτλο «Οι τραυματίαι μας» περιλαμβάνει 161 φωτογραφίες χωρισμένες σε θεματικές ενότητες και την υπογραφή V. Papaioannou 1941 στην εσωτερική όψη του οπισθόφυλλου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Βούλα αρχίζει σταδιακά να αποσύρεται από την ενεργό δράση στον χώρο της φωτογραφίας. Το 1976 παρέδωσε το σύνολο του έργου της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Το 1989 πήρε τη χαρά της πρώτης της ατομικής έκθεσης, χωρίς να παρευρεθεί στα εγκαίνια, λόγω της κλονισμένης υγείας της. Έναν χρόνο αργότερα έφυγε από τη ζωή.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ακαδημία Πλάτωνος: Κατάρρευση κτηρίου

 Ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο κατέρρευσε στην Ακαδημία Πλάτωνος με τις Αρχές να έχουν σπεύσει στο σημείο και να ερευνούν αν υπήρχαν άτομα μέσ...