Όταν ο Κουστώ ήρθε στην Ελλάδα: Η μυστική συμφωνία του ΕΟΤ που άλλαξε την υποβρύχια αρχαιολογία.
Νοέμβριος 1975. Στο λιμάνι του Πειραιά δένει ένα παράξενο σκάφος. Λέγεται Καλυψώ, έχει χρώμα λευκό και κόκκινο, και ο καπετάνιος του είναι ίσως ο πιο διάσημος εξερευνητής του πλανήτη. Ο Ζακ-Υβ Κουστώ έρχεται στην Ελλάδα, και τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Πίσω από αυτή την επίσκεψη κρύβεται μια συμφωνία που λίγοι γνωρίζουν, ένα στρατηγικό παζάρι ανάμεσα σε μια χώρα που μόλις βγαίνει από τη δικτατορία και έναν ωκεανογράφο που φιλοξενεί εκατομμύρια κόσμο στις τηλεοράσεις. Ποιος κάλεσε ποιον, και γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή;
Η απάντηση δεν είναι αυτή που θα φανταζόταν κανείς. Δεν τον κάλεσε κάποιο πανεπιστήμιο, ούτε κάποιο επιστημονικό ίδρυμα. Τον κάλεσε ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού. Ο ΕΟΤ. Αυτό από μόνο του λέει τα πάντα για τα κίνητρα.
Η Ελλάδα του 1975 ήταν μια χώρα που έψαχνε ξανά τη φωνή της στον κόσμο.
Μετά από επτά χρόνια χούντας, η κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης χρειαζόταν επειγόντως μια εικόνα. Όχι μια οποιαδήποτε εικόνα, αλλά κάτι παγκόσμιο, κάτι μαγικό, κάτι που να ξεπλένει τη μνήμη των τανκς από τις διεθνείς τηλεοράσεις. Και ο Κουστώ ήταν ο τέλειος συνεργάτης.
Η σειρά του προβαλλόταν σε δεκάδες χώρες. Μια κάμερα στραμμένη στον ελληνικό βυθό σήμαινε εκατομμύρια θεατές που θα έβλεπαν τη χώρα όπως κανείς δεν είχε ξαναδείξει.
Μόνο που υπήρχε και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Η Ελλάδα είχε θησαυρούς θαμμένους στη θάλασσα, αλλά δεν είχε τα μέσα να φτάσει σε αυτούς. Στα 62 μέτρα βάθος, εκεί που είχε εντοπιστεί από το 1900 το ναυάγιο των Αντικυθήρων, οι Έλληνες δύτες δεν μπορούσαν να εργαστούν συστηματικά. Δεν υπήρχαν βαθυσκάφη, δεν υπήρχαν τα σύγχρονα σόναρ.
Ο Κουστώ τα είχε όλα. Έτσι γεννήθηκε η συμφωνία: το ελληνικό κράτος έδινε τις άδειες, ο Γάλλος ωκεανογράφος έδινε την τεχνολογία και την παγκόσμια προβολή. Και πάνω στο σκάφος, υπό την εποπτεία του Έλληνα αρχαιολόγου Γιώργου Παπαθανασόπουλου, έγραφαν μαζί ένα νέο κεφάλαιο.
Το πρώτο σταμάτημα ήταν τα Αντικύθηρα. Εκεί, το 1976, η αποστολή έκανε ό,τι κανείς δεν είχε καταφέρει για εβδομήντα έξι χρόνια. Ανέσυρε νομίσματα από την Πέργαμο και την Έφεσο, που για πρώτη φορά επέτρεπαν στους ερευνητές να χρονολογήσουν με ακρίβεια το ναυάγιο. Εμφανίστηκαν χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα. Και κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό: νέα κομμάτια του περίφημου Μηχανισμού των Αντικυθήρων, του πρώτου αναλογικού υπολογιστή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο βυθός παρέδιδε σταδιακά τα μυστικά του.
Από τα Αντικύθηρα η αποστολή κατευθύνθηκε νότια, στις ακτές της Κρήτης. Στη μικρή νήσο Δία, απέναντι από το Ηράκλειο, οι κάμερες κατέγραψαν ίχνη αγκυροβολίων που χρησιμοποιούσαν οι Μινωίτες πριν από χιλιετίες.
Στην ίδια θαλάσσια περιοχή, σε εντελώς διαφορετική ιστορική στιγμή, βρισκόταν και το ναυάγιο του γαλλικού πολεμικού La Thérèse, βυθισμένο εκεί από την πολιορκία του Χάνδακα το 1669. Δύο κόσμοι, ο μινωικός και ο βενετοτουρκικός, κάτω από το ίδιο νερό.
Και μετά ήρθε η Σαντορίνη. Εδώ η ιστορία γίνεται πιο σκοτεινή και πιο φιλόδοξη. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος είχε προτείνει μια θεωρία που έκαψε τη φαντασία του κόσμου: η μινωική έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ίσως να ήταν η πραγματική ιστορία πίσω από τον πλατωνικό μύθο της Ατλαντίδας.
Ο Κουστώ χαρτογράφησε γεωλογικά την καλντέρα. Το βαθυσκάφος του βυθίστηκε μπροστά από τον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου, αναζητώντας ίχνη της χαμένης πολιτείας.
Δεν βρήκε τίποτα. Ούτε ένα αρχαιολογικό κατάλοιπο στον βυθό. Η πιο διαφημισμένη πτυχή της αποστολής, αυτή που μπορούσε να χαρίσει στον κόσμο τον επόμενο μεγάλο μύθο, κατέληξε επιστημονικά άκαρπη. Και αυτή η αποτυχία είναι μέρος της ιστορίας που πρέπει να ειπωθεί ολόκληρη.
Πίσω από τις κάμερες, κάτι άλλο σημαντικό συνέβαινε ήδη. Το 1976 ιδρύθηκε η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, ένας θεσμός που θα όριζε τη συνέχεια της υποβρύχιας αρχαιολογίας στην Ελλάδα μέχρι σήμερα. Η ίδρυση δεν προκλήθηκε από τον Κουστώ, οι διαδικασίες είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, αλλά η παρουσία του Καλυψώ στα ελληνικά νερά λειτούργησε σαν καταλύτης. Από εκείνη τη στιγμή, οι θαλάσσιοι θησαυροί της χώρας θα είχαν επίσημους φύλακες.
Τι ξέρουμε και τι παραμένει ανοιχτό
Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι ο Κουστώ προσκλήθηκε από τον ΕΟΤ και το Υπουργείο Πολιτισμού τον Νοέμβριο του 1975, με τα κίνητρα να είναι ταυτόχρονα τουριστικά και αρχαιολογικά. Συμφωνούν επίσης για τη σύνθεση των ευρημάτων στα Αντικύθηρα και για τα γεωλογικά αποτελέσματα στη Σαντορίνη.
Αυτό που δεν γνωρίζουμε ακόμα με ακρίβεια είναι ο οικονομικός προϋπολογισμός της επιχείρησης. Πόσα έδωσε το ελληνικό κράτος, ποια ήταν η αμοιβή ή η επιχορήγηση προς τη γαλλική πλευρά, ποια ήταν η ακριβής συμμετοχή της Γαλλικής Ωκεανογραφικής Εταιρείας στη χρηματοδότηση. Τα συμβόλαια εκείνης της εποχής περιμένουν ακόμα τον ιστορικό που θα τα φέρει στο φως.
Γιατί έχει σημασία σήμερα
Η ιστορία της επίσκεψης του Κουστώ δεν είναι απλώς μια αρχαιολογική παρένθεση. Είναι ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί η πολιτιστική διπλωματία, του πώς μια χώρα μπορεί να μετατρέψει τους θησαυρούς της σε εργαλείο διεθνούς προβολής, χωρίς να θυσιάσει την επιστημονική αυστηρότητα.
Σε μια εποχή που η Ελλάδα συζητά ξανά τη σχέση της με τον τουρισμό, με την τεχνολογία και με τη διαχείριση της πολιτιστικής της κληρονομιάς, τα μαθήματα του 1975 μένουν επίκαιρα. Μια έξυπνη κρατική στρατηγική κατάφερε τότε να συνδυάσει την παγκόσμια εικόνα με την ουσιαστική επιστημονική πρόοδο.
Η ίδια ισορροπία ζητείται και σήμερα, σε διαφορετικά πεδία, με διαφορετικά εργαλεία.
Έρευνα & Επιμέλεια Δ. Άντωνόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου